Αχ, Μπανανία…Μια χώρα ονειρεμένη. Μια χώρα με ιστορία και προοπτική. Ένας τόπος όπου το πάντρεμα της φυσικής ομορφιάς με την υψηλή κουλτούρα των κατοίκων της σε μαγεύει, σε μεθά, σχεδόν σε σκλαβώνει. Τίποτα δεν μοιάζει αδύνατο εδώ, ακριβώς επειδή τίποτα δεν είναι δυνατό. Το ωραίο μπορεί να γίνει άσχημο εν ριπή οφθαλμού και το μεγάλο να μικρύνει σε μια ανασεμιά. Μα πόσο ερεθιστικά αντιφατικά είναι τα πράγματα εδώ στη Μπανανία.
Εδώ λοιπόν κάποτε, πριν πολλά πολλά χρόνια, παλιότερα ακόμα και από τότε που φτιάχνονταν τα παραμύθια, κάποιοι μεγαλούργησαν. Είχαν το χρόνο και το χρήμα και έχοντας αυτά δεν άργησε να τους έρθει και η διάθεση. Έτσι έφτιαξαν κάποια σπουδαία πράγματα. Άλλα από στέρεα, απτά υλικά και άλλα -ίσως πιο στέρεα ακόμα- από ιδέες και λόγια. Α, τότε ο τόπος δεν λεγόταν Μπανανία. Είχε ένα άλλο όνομα, ξεχασμένο και χωρίς ιδιαίτερο νόημα πια. Βέβαια αυτοί οι σπουδαίοι παλαιοί, στην προσπάθειά τους να διαπρέψουν ‘αναγκάστηκαν’ να κάνουν κάποιες μικρο – ατασθαλίες. Έσφαξαν κάποιες χιλιάδες, βασάνισαν, έκλεψαν, γκρέμισαν. Αλλά αυτά ήταν μες στο πρόγραμμα τότε. Κάθε αρχαίος πολιτισμός που σεβόταν τον εαυτό του είχε να επιδείξει τέτοιου είδους ανδραγαθήματα. Ήταν τρόπον τινά η μέθοδος εκπολιτισμού της εποχής.
Τότε λοιπόν, υπήρχε και ένα πλήθος κόσμου που χαμπάρι δεν έπαιρνε από τα μεγαλεία της εποχής. Δεν έφταιγε ότι ήταν χαζοί, όχι. Απλά δεν είχαν χρόνο να ασχοληθούν με αυτά, γιατί προσπαθούσαν λεπτό με το λεπτό να επιβιώσουν. Δεν είχαν και τη κατάλληλη ενημέρωση, γιατί εκεί στις πλίνθινες καλύβες και τους στάβλους που ζούσαν δεν έφταναν οι εφημερίδες. Που λόγος για τηλεόραση και τέτοια, δεν υπήρχαν αυτά τα μαραφέτια. Αυτοί οι άνθρωποι, που ήταν πολύ περισσότεροι από τους άλλους τους μεγάλους, ήταν και αυτοί κάτοικοι αυτού του τόπου. Μάλιστα οι κακές γλώσσες λένε, ότι ακριβώς επειδή αυτοί (οι πολλοί και εξαθλιωμένοι) δούλευαν νυχθημερόν στα χωράφια, στα ζώα, στα λατομεία και σε άλλες πολύ ενδιαφέρουσες όσο και κοπιαστικές δουλειές, μπορούσαν οι άλλοι (οι λίγοι και καλοβολεμένοι) να μεγαλουργούν. Αλίμονο, δεν μειώνει την αξία των επιτευγμάτων αυτή η υποψία, αλλά να ξέρουμε και τι λέμε έτσι; Άλλωστε και σήμερα υπάρχουν κάποιοι που μεγαλουργούν και φτιάχνουν πράματα και θάματα, πόλεις πάνω στη θάλασσα και περιοχές από πάγο στη μέση της ερήμου και άλλα τέτοια. Επίσης υπάρχουν μεγάλοι σκηνοθέτες, συγγραφείς, καλλιτέχνες και φιλόσοφοι που δημιουργούν και γράφουν και ζωγραφίζουν και άλλα τέτοια ωραία. Ε, όλοι αυτοί όμως κάποια στιγμή πρέπει να φάνε, να ντυθούν και διάφορα άλλα τέτοια πεζά. Ποιος πληρώνει το φαΐ τους, τα ρούχα τους και τα υπόλοιπα; Κάποιοι δεν πρέπει να τα παράγουν αυτά και μάλιστα να παράγουν τόσα πολλά, ώστε και οι ίδιοι να έχουν να φάνε και να εξασφαλίζουν τα αναγκαία για τους άλλους που ασχολούνται με τα μεγάλα επιτεύγματα;Μα παρασύρθηκα, είναι αλήθεια. Ξεκίνησα να μιλάω για το ένδοξο παρελθόν της Μπανανίας.
Λοιπόν, πέρασαν χρόνια, οι καιροί άλλαξαν και μαζί τους άλλαξε και ο τόπος. Οι άνθρωποί του έπαθαν ότι έκαναν αυτοί παλιά στους άλλους. Κατακτήθηκαν ή μάλλον για να είμαι ακριβής, ‘εκπολιτίσθηκαν’. Πέρασαν χρόνια έτσι. Βέβαια πάλι κάποιοι λίγοι από αυτούς κατάφερναν να μεγαλουργούν. Επίσης οι πνευματικοί ηγέτες της θρησκείας περνούσαν μέλι γάλα. Δεν είναι ότι τους άρεσε, προς θεού. Η καρδούλα τους του ξέρει πόσο άσχημα αισθάνονταν για το λαό που υπέφερε τον ξένο ζυγό, εκεί στα χρυσοποίκιλτα παλάτια τους, με τις διαμαντοστολισμένες τιάρες τους και τα ασημόχρυσα καλιμαύκια τους. (Τι είναι η ‘τιάρα’; Να σαν αυτό που φοράν σήμερα οι δικοί μας πνευματικοί ηγέτες της εκκλησίας, έτσι χρυσό και πολύτιμο. Όπως οι διδαχές του Ιησού.) Αχ, κι αν βασανίζονταν οι αρχιεπίσκοποι και οι μητροπολίτες που γνώριζαν την κατάντια του λαού τους. Και μαζεύονταν σε μεγάλα τραπέζια με πολλά φαγητά και μουσική και άλλα. Εκεί τρώγανε μαζί με τους κατακτητές, για να προσπαθήσουν να τους πείσουν να σηκωθούν και να φύγουν, να αφήσουν ελεύθερο τον κόσμο να επιλέξει πάλι για αρχηγούς του μόνο αυτούς, τους πνευματικούς ηγέτες. Μα πείσμα που το είχαν οι αθεόφοβοι! Όχι, εκεί! Να μην αφήσουν τους ιεράρχες, τους βασιλιάδες και τους αριστοκράτες να κάνουν κουμάντο στα ζώα …. εεε στον κόσμο από κάτω μόνοι τους. Σώνει και καλά να διαφεντεύουν και αυτοί.
Τελοσπάντων, κάποια στιγμή βρέθηκαν εκεί κάτι καλόπαιδα που είχαν τσαντιστεί με τον κάθε μπαγλαμά που περνούσε και έριχνε και από μια κατάκτηση στη χώρα και είπαν να πετάξουν τους τελευταίους (τους Ορθομανούς ντε) στη θάλασσα. Ε, αυτό ταίριαζε και με τα σχέδια κάτι άλλων ξένων χωρών που δεν πολυήθελαν τόσο κοντά τους τους Ορθομανούς, ήρθε και έδεσε το γλυκό. Ποιες χώρες ήταν αυτές; Ε, η Γαλαρία, η Μεγάλη Βρεχανία, η Μπρρωσία κυρίως. Αυτοί λοιπόν δεν είδαν με άσχημο μάτι τα καλόπαιδα τα ατίθασα, που είχαν φτιάξει και μια ομάδα για να συνεννοούνται καλύτερα, Φιλική Κομπανία την έλεγαν. Βέβαια, οι άλλοι, οι αριστοκράτες –που τότε τους λέγαν κοτζαμπάσηδες- και οι ιεράρχες δεν θέλανε αλλαγές. Καλά είχαν βολευτεί τόσο καιρό. Ο κόσμος δεινοπαθούσε και αυτοί έδιναν μετάνοιες και έτρωγαν του σκασμού να ξεχάσουν τον πόνο τους για τους άλλους. Κάπως έτσι, ξεκίνησε η επανάσταση. (Τι είναι επανάσταση; Είναι όταν πολλοί μαζί, πετάνε στη θάλασσα (ή σε χαράδρα άμα δεν υπάρχει θάλασσα) κάποιους λίγους που τους κάνουν τη ζωή πατίνι και τρώνε από το φαϊ τους, απαυτώνουν τις γυναίκες τους και κλέβουν τα υπάρχοντά τους κι ύστερα αυτοί οι πολλοί, όλοι μαζί, πασκίζουνε να κάνουνε κουμάντο πια μόνοι τους.) Έτσι λοιπόν –και με τη βοήθεια των άλλων χωρών που είπαμε πριν- οι κάτοικοι αυτής της έρμης χώρας πέταξαν στη θάλασσα τους Ορθομανούς. Είχαν πολύ πάθος τότε. Μπορεί να μην καταλάβαιναν όλοι πολύ καλά τι έκαναν, αλλά η αλήθεια είναι ότι όσο τους πετούσαν, τόσο γούσταραν περισσότερο. Τόσο καταλάβαιναν, ότι αυτοί που τους παρουσιάζονταν σαν αρχηγοί δεν ήταν από τη φύση ή απ’ το θεό ορισμένο να είναι αρχηγοί. Επίσης δεν ήταν ανίκητοι. Έτσι πολύς κόσμος μπήκε στα γεμάτα στην προσπάθεια αυτή και πίστεψε ότι μπορεί και αυτός να πάρει τις τύχες του στα χέρια του.

Αμ δε. Αυτοί που λέγαμε πριν, οι κοτζαμπάσηδες, οι δεσποτάδες και οι λοιποί πρώην υπάλληλοι των Ορθομανών, μόλις είδαν ότι ο κόσμος τους κάνει ζάφτι τους ξένους, άνοιξε η όρεξή τους. Σου λέει, τώρα που φεύγουν τα αφεντικά, θα αφήσουμε τους χωριάτες να κάνουν κουμάντο στο σπίτι τους και εμείς στην απέξω; Ναι, αλλά πως θα τους κουλαντρίσουμε που είναι και πολλοί, είναι και ξαναμένοι; Έτσι στράφηκαν για τα καλά στις άλλες δυνάμεις, στη Γαλαρία, την Βρεχανία και την Μπρρωσία, ντε. Αφού έγλυψαν, φίλησαν, έσκυψαν και μπρος και πίσω, γονάτισαν και ξάπλωσαν έψησαν τους άλλους ξένους να τους βοηθήσουν να γίνουν αυτοί αφεντικά στον τόπο. Και έτσι και έγινε. Τότε πια, ήταν που ο τόπος ονομάστηκε Μπανανία. Το όνομα λένε ότι βγήκε όταν κάποιος από τους ξένους -που μόλις είχε φάει μια μπανάνα- πέταξε τη φλούδα και αμέσως έπεσαν πάνω της όσοι κοτζαμπασο – δεσποτάδες βρίσκονταν εκεί γύρω.Κάπως έτσι, ξεκίνησε η ιστορία της ένδοξης, άμα και πολυπαθούσας Μπανανίας…
Μάρκομ Ξ