Υπάρχει μια κατηγορία γραφόντων –κατά τεκμήριο διανοούμενων κατ’ επάγγελμα- που εξυπηρετούν ένα ιδιαίτερο, όσο και ζωτικής σημασίας σκοπό. Είναι οι απολογητές και στυλοβάτες του συστήματος. Οι άνθρωποι που καλούνται να δώσουν ιδεολογική χροιά στα αναγκαία για την επιβίωση και διαιώνιση του καπιταλισμού μέτρα. Αυτά τα μέτρα που υλοποιούνται από τους επίσημους εντολοδόχους (κυβερνήσεις στην αστική δημοκρατία) των πραγματικών εξουσιαστών (αστική τάξη).
Συνήθως έχουν σταθερές στήλες σε έντυπα είτε αμιγώς πολιτικού, είτε γενικού περιεχομένου. Φορώντας τη φενάκη του αταξικού, «ανήσυχου» πολίτη παρουσιάζουν τις εκάστοτε επιλογές των καπιταλιστών σαν de facto αναγκαιότητα, σαν a priori λύσεις για τα προβλήματα που απασχολούν την πλειοψηφία της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, οι τιμητές αυτοί του συστήματος παρουσιάζουν τις επιθυμίες των λίγων (αστών) σαν αιτήματα των πολλών (εργαζόμενοι, μικρομεσαίοι, αγρότες). Ακόμα και αν δεν υπάρχει πραγματικό πρόβλημα για να λυθεί, εφευρίσκουν[1] κάποιο.
Πάγια τακτική τους είναι να μην κρίνουν πολιτικές και ιδεολογίες, αλλά πρόσωπα και αντιλήψεις που ερμηνεύονται σχεδόν μεταφυσικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότεροι απ’ αυτούς χρησιμοποιούν την φρασεολογία που καταδικάζει συλλήβδην τους Έλληνες σε όμοια, αρνητικά χαρακτηριστικά (π.χ. «ελληναράδες», «έθνος τεμπέληδων» κλπ). Όταν θέλουν να εξυμνήσουν μια πολιτική επιλογή με έμμεσο τρόπο, απαριθμούν τα χαρίσματα του πολιτικού αξιωματούχου που την προτείνει. Επιχειρούν έτσι να περάσουν το μήνυμα: ‘αφού είναι καλός αυτός, καλό θα είναι και αυτό που προτείνει’. Το οπλοστάσιο επιχειρημάτων τους περιλαμβάνει τα πάντα: από περισπούδαστες εκφράσεις (για να εντυπωσιάσουν τους διανοούμενους), αποσπασματικά ή ωραιοποιημένα στοιχεία (για τους στατιστικολάγνους), μέχρι σκαιούς χαρακτηρισμούς και βρισιές του δρόμου (για τους πιο μπρουτάλ).
Όπως ακριβώς και οι εντολοδότες τους είναι και αυτοί αδίστακτοι και αμετροεπείς. Πολύ συχνά, οι τιμητές αυτοί του νεοφιλελευθερισμού δεν προέρχονται οι ίδιοι από την αστική τάξη (γι αυτό άλλωστε χρειάζεται να κάνουν τη δουλειά που κάνουν). Πρόκειται δηλαδή για ανελιγμένους μικροαστούς ή διανοούμενους που σαν άλλοι γενίτσαροι υπεραμύνονται των συμφερόντων της τάξης των εργοδοτών τους με ασίγαστο πάθος. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε περιόδους κρίσης του συστήματος η συνήθης νηφαλιότητά τους αντικαθίσταται από ‘γνήσια’ οργή, ‘πηγαία’ αγανάκτηση και άλλα τέτοια παρόμοια συναισθήματα.
Αυτοί λοιπόν αποτελούν ξεχωριστό μηχανισμό που διαθέτει στα χέρια της η αστική τάξη προκειμένου να παρασύρει μέλη άλλων τάξεων να αποδέχονται σαν ωφέλιμο, ό,τι εκείνη επιβάλει στην κοινωνία. Ύπουλοι και δουλικοί, αυτοί οι άμεσα ή έμμεσα πληρωμένοι κοντυλοφόροι, ακόμα και αν δεν λαμβάνουν χρήματα με μορφή μισθού, απολαμβάνουν άλλου είδους προνόμια[2].
[1] Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η προσπάθεια αναθεώρησης του αρ. 16 του συντάγματος. Οι διάφοροι υπέρμαχοι της αναθεώρησης έσπευσαν να ‘ανακαλύψουν’ ότι υπάρχει θέμα ανταγωνιστικότητας των ελληνικών πανεπιστημίων με τα μη ελληνικά, σαν να πρόκειται για επιχειρήσεις. Ως λύση στο επινοημένο πρόβλημα πρόβαλλαν την αναθεώρηση.
[2] Ο Γιάννης Μαρίνος διατέλεσε χρόνια αρθρογράφος της δεξιάς και κατέληξε πια ευρωβουλευτής της ΝΔ.