Στο βιβλίο του ‘Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα’ ο δημοσιογράφος και στενός φίλος του Γ. Παπανδρέου Γιάννης Κάτρης επιχειρεί να περιγράψει πως οδηγήθηκαν τα πράγματα στην 21η Απριλίου 1967. Η δικτατορία που έβαψε με αίμα την Ελλάδα, που κράτησε ανοιχτές και όζουσες τις πληγές του εμφυλίου και συνέβαλλε καθοριστικά στην πολιτική και πολιτιστική οπισθοδρόμηση της χώρας, υλοποιήθηκε από μια χούφτα πρακτορίσκους των ΗΠΑ. Βεβαίως, το υπόβαθρο που επί χρόνια χτιζόταν στο στράτευμα με την μεθοδική εκκαθάρισή του από κάθε δημοκρατικό στοιχείο έπαιξε το ρόλο του. Επίσης θεμελιακή ήταν και η τυφλή υπακοή της δεξιάς στις ΗΠΑ, η υπερσυντηρητική πολιτική του παλατιού, αλλά και η ανοχή από πλευράς ‘κέντρου’, των δολοπλοκιών, συνομωσιών και διάφορων άλλων ραδιουργιών από πλευράς ξένων και εγχώριων πρακτόρων και κέντρων. Με λίγα λόγια, ο φασισμός που αναδύθηκε στην εξουσία το ’67, είχε βάσεις στο παρακράτος, τα σώματα ασφαλείας και τα πολιτικά ανδρείκελα που εκτελούσαν χρέη εντεταλμένων υπαλλήλων του διεθνούς ιμπεριαλισμού.
Σήμερα τα πράγματα είναι μάλλον κάπως διαφορετικά. Τα πρόσφατα γεγονότα με τις επιθέσεις σε μετανάστες, δηλωμένους αριστερούς, φοιτητές και άλλους αντιφρονούντες έγιναν από νεαρούς. Η είσοδος του κρυπτοφασιστικού ΛΑΟΣ στη βουλή επετεύχθη με ψήφους -και- από ανθρώπους που ούτε δηλώνουν, ούτε αισθάνονται φασίστες ή ρατσιστές. Οι νεαροί της Χρυσής Αυγής θα μπορούσαν με μια πρώτη εκτίμηση να χαρακτηριστούν ακροδεξιοί ή φασίστες. Ο κόσμος που ψήφισε το ΛΑΟΣ θα μπορούσε με παρόμοιο τρόπο να χαρακτηριστεί συντηρητικός. Αρκούν όμως και ακόμα περισσότερο, περιγράφουν επαρκώς τα φαινόμενα οι παραπάνω χαρακτηρισμοί; Αν κάποιος θέλει απλά να ‘βγάλει το άχτι του’, τότε αυτοί και ακόμα χειρότεροι χαρακτηρισμοί είναι ο ιδανικός τρόπος για να εξωτερικεύσει την εφηβική οργή του, να γίνει αρεστός στους φίλους του, να ερεθίσει τους αντιπάλους και να πάει να κοιμηθεί ήσυχος το βράδυ, αφού ξεμπρόστιασε ακόμα μερικούς φασίστες. Αν όμως ο στόχος είναι η ερμηνεία της κατάστασης με απώτερο σκοπό την ριζική, αποτελεσματική καταπολέμησή της, δηλ. το ξερίζωμα της φασιστικής, ακροδεξιάς ιδεολογίας από τον κόσμο και ειδικά τους νέους, τότε είναι απαραίτητη μια βαθύτερη ανάλυση.
Αν κοιτάξουμε μέσα μας, πριν κοιτάξουμε γύρω μας, θα δούμε ότι ο φόβος είναι σημαντικό συναίσθημα πια στη ζωή μας. Ο πρωτόγονος άνθρωπος που δεν ήξερε τίποτα για τον κόσμο γύρω του φοβόταν τα πάντα. Ο σύγχρονος άνθρωπος γνωρίζει πάρα πολλά τόσο για τον φυσικό κόσμο γύρω του, όσο και για την κοινωνία. Παρ’ όλ’ αυτά, φοβάται επίσης σε μεγάλο βαθμό. Φοβάται το γείτονά του. Φοβάται τον ξένο. Φοβάται τον φίλο του. Φοβάται τον οποιονδήποτε γιατί μαθαίνει από μικρός και συνεχίζει να δέχεται παρόμοια μηνύματα και μεγάλος ότι δεν πρέπει να εμπιστεύεται κανένα. Τελικά, η ερμηνεία της συμπεριφοράς των ανθρώπων, της δομής της κοινωνίας και των φαινόμενων που προκύπτουν από αυτά δεν φανερώνεται στους περισσότερους από εμάς, εκτός ίσως από τους φοιτητές της ψυχολογίας και των κοινωνικών επιστημών. Ακόμα και αυτοί βέβαια, μαθαίνουν τα πράγματα από μια συγκεκριμένη οπτική συνήθως.
Οι άνθρωποι έχουν φυσική τάση να αναζητούν την ασφάλεια. Πολλοί, μαθαίνουν να πιστεύουν ότι αν δεν πειράζουν κανένα τότε κανείς δεν θα τους πειράξει. Δεν ανακατεύονται με την πολιτική. Δεν έχουν θέση για τα κοινωνικά ζητήματα. Κοιτούν απλά τη δουλειά τους. Είναι οι φιλήσυχοι πολίτες. Είναι αυτοί που δεν θέλουν φασαρίες από όποιον και αν προέρχονται. Απεχθάνονται τη βία γενικώς και ακολουθούν πάντα τη νομιμόφρονη οδό επίλυσης των προβλημάτων.
Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά είναι που τους κάνουν να αντιδρούν βίαια και με οργή όταν ο μύθος του ‘δεν πειράζω κανέναν, δεν με πειράζει κανείς’ καταρρέει. Δεν μπορούν να εξηγήσουν γιατί υπάρχουν κλέφτες, γιατί τα λαμόγια κυριαρχούν, γιατί η ρεμούλα είναι το εθνικό σπορ, γιατί ο γείτονας έχει καλύτερο αμάξι ενώ δεν έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή του, γιατί ένας ξένος δουλεύει εκεί που θα δούλευε αυτός. Δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί υπάρχουν ‘κακοί’ άνθρωποι. Αφού λοιπόν δεν μπορούν να καταλάβουν φοβούνται. Όπως οι πρωτόγονοι άνθρωποι ό,τι δεν μπορούσαν να καταλάβουν το φοβόντουσαν και το θεοποιούσαν ή το πολέμαγαν, έτσι ακριβώς κάνουν και οι σύγχρονοι ‘φιλήσυχοι’. Δεν καταλαβαίνουν, φοβούνται, πολεμούν την πηγή του φόβου τους. Ο φόβος οδηγεί στον πανικό, που οδηγεί στη βίαιη, παρορμητική αντίδραση. Η οποία βέβαια προκαλεί με τη σειρά της αντίστοιχη αντίδραση από την άλλη πλευρά, η οποία οδηγεί σε ένταση του φόβου κ.ο.κ. Μπαίνουν έτσι οι ‘φιλήσυχοι’ αυτοί πολίτες (αυτοί που «δεν τους ενδιαφέρει ποιοι κάνουν τα επεισόδια, όλοι ίδιοι είναι», όπως είπε και γνωστός φερόμενος ως δημοσιογράφος) σε ένα φαύλο κύκλο όπου είναι καταδικασμένοι να ζουν με ένα μόνιμο φόβο, για καθετί ξένο, διαφορετικό, έξω από τα συνηθισμένα. Αυτοί οι φιλήσυχοι που δεν πείραζαν κανένα, έχουν τόσο απλά μετατραπεί σε εκδικητικούς, άβουλους φορείς βίας. Όσο βλέπουν ότι η κοινωνική και οικονομική κατάστασή τους δεν βελτιώνεται, ότι αυτοί που τους πείραξαν και τους πειράζουν συνεχίζουν να το κάνουν, τόσο περισσότερο γίνονται βίαιοι και εκδικητικοί. Σήμερα φταίνε οι ξένοι που δεν ανήκουν στο ίδιο έθνος, αύριο οι ομοφυλόφιλοι που δεν ανήκουν στην ίδια ηθική κλίμακα, μεθαύριο ο γείτονας που απλά δεν ανήκει στην ίδια οικογένεια. Σαν χιονοστιβάδα, ο φόβος τους καταπλακώνει. Σαν λεπίδα, η βία που γεννιέται από τον φόβο τους κόβει κάθε δυνατότητα ψύχραιμης αντιμετώπισης των προβλημάτων τους.
Αυτοί είναι η κρίσιμη μάζα των νεαρών της Χρυσής Αυγής, των ψηφοφόρων του ΛΑΟΣ. Σαφώς οι πρώτοι -οι Χρυσαυγίτες- είναι πολύ πιο φανατισμένοι από τους δεύτερους. Αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δεν τους κάνει περισσότερο υπεύθυνους για την μόλυνση της κοινωνίας μας από το φασιστικό μικρόβιο. Γιατί αν τα παιδιά της Χρυσής Αυγής είναι φορείς σωματικής βίας, οι φιλήσυχοι ψηφοφόροι του ΛΑΟΣ επιδεικνύουν ανοχή και επιδοκιμασία στην καλλιέργεια της κουλτούρας της βίας αυτής. Η θεωρητικοποίηση επομένως της βίας των Χρυσαυγιτών έρχεται μέσα από τα χείλη των εκπροσώπων στο κοινοβούλιο που εξέλεξαν οι φιλήσυχοι πολίτες.
Εμείς λοιπόν οι υπόλοιποι, ανήσυχοι πολίτες οφείλουμε στους εαυτούς μας να είμαστε πάνω απ’ όλα νηφάλιοι απέναντι σε τέτοιου είδους φαινόμενα. Εμείς που κατανοούμε ότι φαινόμενα ρατσισμού, ξενοφοβίας, φόβου για το διαφορετικό, φασισμού πρέπει να ξεριζώνονται από νωρίς, πριν προλάβουν να μπολιάσουν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Εμείς που δεν βλέπουμε τους ξένους σαν απειλή γιατί δεν το μόνο έγκλημά τους είναι ότι μετανάστευσαν αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, όπως οι παππούδες και οι προπαππούδες μας. Εμείς που δεν είμαστε υπέρ των αποπνικτικών μέτρων γιατί η πρόληψη είναι η καλύτερη θεραπεία. Εμείς που δεν θέλουμε τη θανατική ποινή, γιατί η εκδίκηση δεν φέρνει πίσω ανθρώπους, δεν διορθώνει ζωές, δεν επουλώνει πληγές. Εμείς που δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα με ανθρώπους που έχουν διαφορετικές προτιμήσεις από εμάς στο κρεβάτι. Εμείς που κατανοούμε, άρα δεν φοβόμαστε.
Η αντιμετώπιση των φαινομένων που όλοι εμείς απεχθανόμαστε απαιτεί απόλυτη σοβαρότητα και προσήλωση. Εδώ δεν έχουν θέση η οργή και το μίσος. (Άλλωστε πως είναι δυνατό να καταπολεμήσεις τους φανατικούς όταν και συ είσαι φανατικός;) Η δύναμή μας δεν βρίσκεται στους μυς ή στα όπλα μας. Δεν βρίσκεται ούτε στο οπλοστάσιο ύβρεων και χαρακτηρισμών στο οποίο μπορούμε εύκολα να καταφύγουμε. Η δύναμή μας βρίσκεται στην ικανότητά μας να εξηγήσουμε στους πλανημένους, πρώην και νυν φιλήσυχους αυτά που εμείς κατανοούμε. Γιατί όσο αδιαφορούμε και θεωρούμε ότι είναι άξιοι της μοίρας τους ουσιαστικά γινόμαστε συμμέτοχοι στο φαινόμενο, αφού δεν κάνουμε τίποτα για να το πολεμήσουμε. Έχουμε υποχρέωση και καθήκον να δείξουμε σε όλους αυτούς, ποιοι πραγματικά φταίνε για την ανεργία, την ανέχεια, τη διαφθορά, την ολοένα αυξανόμενη διεύρυνση του χάσματος πλουσίων – φτωχών. Έχουμε υποχρέωση να εξηγήσουμε γιατί ανθεί το λαθρεμπόριο ναρκωτικών ουσιών, η πορνεία, οι ληστείες και η μαφία. Πρέπει, όπως εμείς το έχουμε κάνει ήδη, να δείξουμε και στους υπόλοιπους ότι δεν είναι ούτε τα ‘μη εθνικά’ γονίδια υπεύθυνα, ούτε οι ‘αναρχικοί’, ούτε γενικά και αόριστα κάποιοι ‘κακοί’ άνθρωποι. Πρέπει να τους δείξουμε τις ευθύνες συγκεκριμένων κέντρων εξουσίας, προφανών και αφανών. Τις ευθύνες συγκεκριμένης κάστας ανθρώπων που ζει και λειτουργεί μόνο μέσα από το συγκεκριμένο σύστημα, που τη συμφέρει να κρατά στην άγνοια και το φόβο τους υπόλοιπους, πολλούς ανθρώπους για να διατηρεί την εξουσία της.
Το μεγάλο μας στοίχημα δεν είναι να ματώσουμε περισσότερους ακροδεξιούς από όσους μπορούν να ματώσουν αυτοί. Το μεγάλο και μόνο δυνητικά κερδοφόρο στοίχημά μας είναι αποκαλύψουμε καίρια και αιχμηρά την σκοταδιστική, αποπροσανατολιστική προπαγάνδα που παρασύρει αυτά τα οργισμένα παιδιά, αυτούς τους φιλήσυχους πολίτες. Χωρίς να γυρνάμε και το άλλο μάγουλο όταν δεχόμαστε επίθεση, πρέπει να επιδιώκουμε να μην εμπλεκόμαστε σε σύρραξη του δρόμου. Η ιδεολογική συμπλοκή και μας συμφέρει και σιγουρότερα κέρδη αποφέρει.
Μάρκομ Ξ